Tο Backrooms του Kane Parsons μετατρέπει ένα internet creepypasta σε μια ατμοσφαιρική και βαθιά ανησυχητική εμπειρία τρόμου, εντυπωσιάζοντας με τη σκηνοθετική του ταυτότητα και το υποβλητικό οπτικό του ύφος, παρότι ο άνισος ρυθμός και η ασαφής αφήγηση δεν θα ικανοποιήσουν όλους τους θεατές.
✨ Η Ιστορία
Το Backrooms ακολουθεί έναν άνδρα που ανακαλύπτει έναν ατελείωτο λαβύρινθο από κίτρινους διαδρόμους, άδειους χώρους και παραμορφωμένα δωμάτια που μοιάζουν βγαλμένα από εφιάλτη. Καθώς βυθίζεται ολοένα και περισσότερο σε αυτή την αλλόκοτη διάσταση, η πραγματικότητα αρχίζει να διαλύεται γύρω του, οδηγώντας τον σε μια ψυχολογική και συναισθηματική κατάρρευση. Βασισμένος στη viral μυθολογία των “liminal spaces” και της διάσημης internet creepypasta, ο Kane Parsons επεκτείνει το σύμπαν του YouTube project του σε μια κινηματογραφική εμπειρία που δίνει έμφαση όχι στα παραδοσιακά jump scares, αλλά στη διαρκή αίσθηση τρόμου, αποξένωσης και ψυχολογικής πίεσης.
Η μεγαλύτερη δύναμη της ταινίας βρίσκεται αναμφίβολα στην ατμόσφαιρά της. Η σκηνογραφία και η λεπτομέρεια της παραγωγής δημιουργούν έναν κόσμο που μοιάζει ταυτόχρονα γνώριμος και βαθιά λανθασμένος, με κάθε φωτισμένο διάδρομο, άδειο γραφείο και αφύσικο δωμάτιο να προκαλεί δυσφορία. Ο Parsons αποδεικνύει εντυπωσιακή σκηνοθετική ωριμότητα για το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, χρησιμοποιώντας εξαιρετικά το κάδρο, τις σκιές και τους ήχους για να δημιουργήσει μια εμπειρία που λειτουργεί περισσότερο σε υποσυνείδητο επίπεδο. Η κινηματογράφηση και το sound design ενισχύουν συνεχώς αυτή την αίσθηση εγκλωβισμού, ενώ άλλα στοιχεία προσθέτουν στιγμές αυθεντικής έντασης και κλειστοφοβίας.
Πέρα όμως από τον τρόμο, το Backrooms προσπαθεί να λειτουργήσει και ως ψυχολογικό σχόλιο πάνω στην απογοήτευση, τη νοσταλγία, το τραύμα και τη συναισθηματική στασιμότητα. Ο λαβύρινθος μετατρέπεται σταδιακά σε μεταφορά για καταπιεσμένες μνήμες και προσωπικά αδιέξοδα, δίνοντας στην ταινία μια πιο υπαρξιακή διάσταση από αυτή που περιμένει κανείς από ένα internet-inspired horror film. Ωστόσο, αυτή η φιλοδοξία δεν λειτουργεί πάντα απόλυτα υπέρ της. Η αφήγηση αφήνει πολλά ερωτήματα αναπάντητα, κάτι που άλλοι θα θεωρήσουν γοητευτικά μυστηριώδες και άλλοι απογοητευτικά ασαφές. Παράλληλα, ο ρυθμός παρουσιάζει διακυμάνσεις, ειδικά στις πιο αργές σκηνές, όπου η ατμόσφαιρα υπερισχύει της πλοκής. Το τρίτο μέρος της ταινίας είναι και το πιο αδύναμο, καθώς επιχειρεί να εξηγήσει περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται, χάνοντας μέρος της αινιγματικής δύναμης που έκανε το concept τόσο τρομακτικό εξαρχής.
Παρόλα αυτά, το Backrooms του Kane Parsons παραμένει μία από τις πιο ιδιαίτερες horror εμπειρίες της χρονιάς. Με επιρροές από το ονειρικό σινεμά του David Lynch και τη μοντέρνα arthouse αισθητική του ψυχολογικού τρόμου, η ταινία λειτουργεί περισσότερο ως βιωματικό ταξίδι, παρά ως συμβατικό αφηγηματικό έργο. Οι δυνατές ερμηνείες, η εντυπωσιακή οπτική ταυτότητα και η αίσθηση ότι παρακολουθείς κάτι πραγματικά διαφορετικό, ανυψώνει την ταινία πολύ πάνω από τις “internet” καταβολές της. Ακόμα και όταν “σκοντάφτει”, το κάνει με φιλοδοξία, επιβεβαιώνοντας τον Kane Parsons ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νέα ονόματα του σύγχρονου horror.
Σκηνοθεσία: Kane Parsons
Πρωταγωνιστούν: Chiwetel Ejiofor, Lukita Maxwell, Mark Duplass, Renate Reinsve, Finn Bennet
Αξιολόγηση:
★★★★★
(3,5/5)
Μετατρέπει ένα internet creepypasta σε μια ατμοσφαιρική και βαθιά ανησυχητική εμπειρία τρόμου, εντυπωσιάζοντας με τη σκηνοθετική της ταυτότητα και το υποβλητικό οπτικό της ύφος.
-
Μουσική60/100 Normal
-
Σκηνοθεσία80/100 Very good
-
Σενάριο50/100 Neutral
-
Ερμηνείες72/100 Good
-
Visuals82/100 Very good